Μετάφραση του "wireless" σε Ελληνικά
Οι ασύρματος, ραδιόφωνο, ασύρματη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wireless" σε Ελληνικά.
Not having any wires. [..]
-
ασύρματος
adjective noun masculineradio [..]
A man's wireless was bouncing off a couple different servers.
Ένας ασύρματος άνθρωπος που μεταπηδάει σε διαφορετικούς σέρβερς.
-
ραδιόφωνο
noun neuterI told you to unplug that wireless and carry it upstairs.
Σου είπα να βγάλεις από την πρίζα αυτό το ραδιόφωνο και να το μεταφέρεις επάνω.
-
ασύρματη
adjectiveOf, pertaining to, or characteristic of communications that take place without the use of interconnecting wires or cables, such as by radio, microwave, or infrared.
The nuclear bomb is set up to be detonated by a wireless remote.
Η ατομική βόμβα είναι ενεργοποιημένη να πυροδοτηθεί από μια ασύρματη συσκευή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ράδιο
- ραδιοεπικοινωνία
- Ασύρματη επικοινωνία
- ασύρματη επικοινωνία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wireless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wireless"
Φράσεις παρόμοιες με "wireless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ασύρματο νοήμον δίκτυο
-
Ασύρματες ενδοεπικοινωνίες αεροσκάφους
-
Πρωτόκολλο μεριζόμενης ασύρματης πρόσβασης
-
Ασύρματη πρόσβαση στο δίκτυο
-
Ασύρματο δίκτυο εθνικής εμβέλειας
-
Ασύρματη μεταφορά ισχύος
-
ασύρματος δέκτης
-
Ευρυζωνική σταθερή ασύρματη