Μετάφραση του "wirelessly" σε Ελληνικά
Το ασύρματα είναι η μετάφραση του "wirelessly" σε Ελληνικά.
wirelessly
adverb
γραμματική
Without using wires [..]
-
ασύρματα
adjectiveWell, the jukebox wirelessly downloads all music files from any outside source.
Το τζουκμπόξ κατεβάζει ασύρματα τα μουσικά αρχεία από όλες τις εξωτερικές πηγές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wirelessly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη