Μετάφραση του "with" σε Ελληνικά

Οι με, μαζί, μετά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "with" σε Ελληνικά.

with noun adverb adposition γραμματική

in the company of; alongside, along side of; close to; near to: [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • με

    adposition

    in addition to [..]

    He's a man who doesn't speak with anybody.

    Είναι ένας άνθρωπος, που δε μιλάει με κανέναν.

  • μαζί

    adverb adposition

    in addition to

    Stay with us tonight and find a hotel tomorrow.

    Mείνε μαζί μας απόψε κι αύριο βρίσκεις ξενοδοχείο.

  • μετά

    adposition

    All I do is go from job to job, saving these losers with no friends.

    To μόvo πoυ κάvω είναι vα σώζω τov έvα μετά τov άλλo αυτoύς τoυς χαμέvoυς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συν
    • δια
    • σε
    • και
    • από
    • λόγω
    • καθώς
    • παρά
    • αμέσως
    • οξυκέφαλος
    • ανάλογα με
    • ενώ παράλληλα
    • και έτσι
    • μαζί με
    • ο, η, το δε
    • σε, κοντά σε
    • στη συνέχεια
    • συγκριτικά με
    • τη στιγμή που
    • την ώρα που
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " with " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "with"

Φράσεις παρόμοιες με "with" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "with" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη