Μετάφραση του "withered" σε Ελληνικά

withered adjective verb γραμματική

Shrivelled, shrunken or faded, especially due to lack of water. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " withered " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "withered" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατσιάζω
  • ζαρώνω · μαραίνομαι · μαραίνω · παθαίνω μαρασμό · φθίνω · φθείρομαι
  • ακρωμία · ακρώμιο · ακρώμιο ζώου
  • μαραίνομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "withered" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη