Μετάφραση του "withstanding" σε Ελληνικά
Το αντέχοντας είναι η μετάφραση του "withstanding" σε Ελληνικά.
withstanding
verb
Present participle of withstand. [..]
-
αντέχοντας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " withstanding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "withstanding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντίπαλος
-
αντέχω
-
τάση αντοχής, αντοχή σε τάση
-
Τάση αντοχής διηλεκτρικού
-
Αντέχω
-
αντέχω στη φθορά τού χρόνου · αντέχω στο χρόνο
-
Τάση αντοχής διηλεκτρικού
-
αμύνομαι · ανθίσταμαι · αντέχω · αντικρούω · αντιστέκομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη