Μετάφραση του "wive" σε Ελληνικά
Οι παντρεύομαι, νυμφεύομαι, παντρεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wive" σε Ελληνικά.
wive
verb
γραμματική
(transitive) To marry (a woman). [..]
-
παντρεύομαι
verb -
νυμφεύομαι
verb -
παντρεύω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γυναίκα
-
Το σχολείο των γυναικών
-
γυναίκα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη