Μετάφραση του "words" σε Ελληνικά

Οι διαπληκτισμός, λογομαχία, λόγια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "words" σε Ελληνικά.

words verb noun

Plural form of word. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπληκτισμός

    noun
  • λογομαχία

    noun

    Then don't punch yourself in a word fight.

    Τότε να μη βαράτε τον εαυτό σας ούτε σε λογομαχία.

  • λόγια

    noun neuter

    plural of "word", a part of a sentence

    Tom never keeps his word.

    Ο Τομ δεν κρατάει ποτέ τον λόγο του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " words " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "words" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βλαστήμια · βρισιά · βωμολοχία
  • βασική έννοια · βασικός όρος · λέξη κλειδί · λέξη-κλειδί
  • σημασία λέξεως
  • προπαγανδίζω
  • πρόγραμμα προβολής Word Mobile
  • δεν μασάσω τα λόγια μου · δεν τα μασάω · μιλάω απερίφραστα · τα λέω έξω από τα δόντια · τα λέω χύμα και τσουβαλάτα
  • δυαδική λέξη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "words" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη