Μετάφραση του "work experience" σε Ελληνικά

Οι εργασιακή πείρα, εμπειρία, προϋπηρεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "work experience" σε Ελληνικά.

work experience noun γραμματική

A short unpaid period of time at a workplace, to gain experience of a working environment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασιακή πείρα, εμπειρία

  • προϋπηρεσία

    Noun
  • praktikí exáskisi|πρακτική εξάσκηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " work experience " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "work experience" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη