Μετάφραση του "work on" σε Ελληνικά

Οι δουλεύω, επεξεργάζομαι, επηρεάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "work on" σε Ελληνικά.

work on verb γραμματική

(transitive) to shape, form or improve something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλεύω

    verb

    If it were OK for me to only work on weekends, would I do it? Of course, I would.

    Αν ήταν εντάξει για μένα να δουλεύω μόνο τα σαββατοκύριακα, θα το έκανα; Φυσικά, θα το έκανα.

  • επεξεργάζομαι

    verb

    You said that under this Presidency legislation in 18 new areas had been worked on and you seem to be proud of that.

    Είπατε ότι υπό την Προεδρία αυτή η νομοθεσία σε 18 νέους τομείς επεξεργάστηκε και φαίνεστε περήφανοι για αυτό.

  • επηρεάζω

    verb

    First, before you do any work on it, let it work on you.

    Πριν αρχίσετε να τη δουλεύετε, αφήστε τη να σας επηρεάσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατεργάζομαι
    • μεθοδεύω
    • μεταπείθω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " work on " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "work on" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "work on" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη