Μετάφραση του "work time" σε Ελληνικά

Το χρόνος εργασίας είναι η μετάφραση του "work time" σε Ελληνικά.

work time noun

a time period when you are required to work

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος εργασίας

    noun

    The maximum daily and weekly working time may therefore be longer than the working time limits stipulated in the Working Time Directive.

    Το μέγιστο ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας μπορεί συνεπώς να υπερβαίνει τα όρια του χρόνου εργασίας που ορίζονται στην οδηγία για τον χρόνο εργασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " work time " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "work time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "work time" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη