Μετάφραση του "worldly" σε Ελληνικά
Οι κοσμικός, κοσμικώς, κοσμογυρισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worldly" σε Ελληνικά.
worldly
adjective
adverb
γραμματική
Of or relating to man and the planet earth, physical as opposed to spiritual. [..]
-
κοσμικός
adjective masculineversed in the ways of the world [..]
Emma who lives with outsiders, tempting you with worldly matters.
Η Έμμα που ζει με ξένους, δελεάζοντάς σε με κοσμικά θέματα.
-
κοσμικώς
In a worldly manner.
-
κοσμογυρισμένος
επίθετο αρσενικόέχει γυρίσει πολλά μέρη του κόσμου
-
επίγειος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " worldly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "worldly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υλιστικός
-
γη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη