Μετάφραση του "worthwhile" σε Ελληνικά
Οι άξιο λόγου, αξιόλογο, αξιόλογος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worthwhile" σε Ελληνικά.
worthwhile
adjective
γραμματική
Good and important enough to spend time, effort, or money on. [..]
-
άξιο λόγου, αξιόλογο
-
αξιόλογος
adjective masculineOtherwise, such powers will eventually be dissipated with no worthwhile goals being achieved.
Αλλιώς, οι δυνάμεις αυτές τελικά θα σπαταληθούν χωρίς να έχη επιτευχθή κανένας αξιόλογος στόχος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " worthwhile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "worthwhile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τι αξίζει στη ζωή
-
έχω αντίκρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη