Μετάφραση του "wrap" σε Ελληνικά
Οι τυλίγω, περιτύλιγμα, συσκευασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wrap" σε Ελληνικά.
(transitive) To enclose (an object) completely in any flexible, thin material such as fabric or paper. [..]
-
τυλίγω
verbto enclose completely in fabric, paper, etc [..]
That's why I wrap my plums in tinfoil every day.
Γι'αυτό τυλίγω τα δαμάσκηνά μου με αλουμινόχαρτο κάθε μέρα.
-
περιτύλιγμα
nounIn such cases, the plastic wrapping may be considered as a simple protection for fragile products.
Στην περίπτωση αυτή, το πλαστικό περιτύλιγμα μπορεί να θεωρηθεί απλή προστασία για τα ευπαθή προϊόντα.
-
συσκευασία
noun feminineThere is no Community legislation regarding the hygienic presentation of cutlery wrapping in hospitals.
Δενπάρχει κοινοτική νομοθεσία σχετικά μεγιεινή συσκευασία μαχαιροπήρουνων στα νοσοκομεία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συσκευάζω
- κάλυμμα
- αμπαλάρω
- επίδεσμος
- περιτύλιξη
- περιτυλίγω
- μπέρτα
- αποκρύπτω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wrap " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Περιτυλίγω
I'm wrapping it right now, and I need to focus.
Περιτυλίγω τώρα και θέλω να συγκεντρωθώ.
Εικόνες με "wrap"
Φράσεις παρόμοιες με "wrap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σέρνω, τραβάω κπ απ' τη μύτη
-
σπειροειδής περιτύλιξη
-
αναδίπλωση κειμένου
-
Συνεστραμμένο σύρμα
-
Συνεστραμμένο σύρμα
-
τυλίγω
-
άκρως απόρρητος · εν κρυπτώ (και παραβύστω) · κλειδαμπαρωμένος · κρυφά, κρυφός · κρυφός · μυστικό(ς)
-
Σχεδιασμός, εκτέλεση και ολοκλήρωση εμπορικής έκθεσης