Μετάφραση του "wreck" σε Ελληνικά

Οι καταστρέφω, ερείπιο, ναυάγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wreck" σε Ελληνικά.

wreck verb noun γραμματική

Something or someone that has been ruined. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρέφω

    verb

    to ruin [..]

    They stripped him, and tortured him, and wrecked my new tractor!

    Τον έγδυσαν, τον βασάνισαν και κατέστρεψαν το καινούργιο μου τρακτέρ!

  • ερείπιο

    noun neuter

    The hulk of a wrecked or stranded ship; a ship dashed against rocks or land and broken or otherwise rendered useless.(Source: ISEP)

    The wife doesn't want to see us and the father's a wreck.

    Η σύζυγος δεν θέλει να είναι στο ίδιο σπίτι μαζί μας, και ο πατέρας είναι ένα ερείπιο.

  • ναυάγιο

    noun neuter

    The hulk of a wrecked or stranded ship; a ship dashed against rocks or land and broken or otherwise rendered useless.(Source: ISEP)

    He was brought to the house after the wreck of his ship.

    Τον έφεραν στο σπίτι μετά το ναυάγιο του πλοίου του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σαράβαλο
    • διαλύω
    • συντριβή
    • κατεβάζω
    • μειώνώ
    • χαμηλώνω
    • καταβιβάζω
    • καταδέχομαι
    • ράκος
    • αποτυχία
    • διαλυμένος
    • θάνατος
    • αφανίζω
    • κατεδαφίζω
    • βίαιη σύγκρουση
    • ρημάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wreck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wreck"

Φράσεις παρόμοιες με "wreck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wreck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη