Μετάφραση του "wreck" σε Ελληνικά
Οι καταστρέφω, ερείπιο, ναυάγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wreck" σε Ελληνικά.
Something or someone that has been ruined. [..]
-
καταστρέφω
verbto ruin [..]
They stripped him, and tortured him, and wrecked my new tractor!
Τον έγδυσαν, τον βασάνισαν και κατέστρεψαν το καινούργιο μου τρακτέρ!
-
ερείπιο
noun neuterThe hulk of a wrecked or stranded ship; a ship dashed against rocks or land and broken or otherwise rendered useless.(Source: ISEP)
The wife doesn't want to see us and the father's a wreck.
Η σύζυγος δεν θέλει να είναι στο ίδιο σπίτι μαζί μας, και ο πατέρας είναι ένα ερείπιο.
-
ναυάγιο
noun neuterThe hulk of a wrecked or stranded ship; a ship dashed against rocks or land and broken or otherwise rendered useless.(Source: ISEP)
He was brought to the house after the wreck of his ship.
Τον έφεραν στο σπίτι μετά το ναυάγιο του πλοίου του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σαράβαλο
- διαλύω
- συντριβή
- κατεβάζω
- μειώνώ
- χαμηλώνω
- καταβιβάζω
- καταδέχομαι
- ράκος
- αποτυχία
- διαλυμένος
- θάνατος
- αφανίζω
- κατεδαφίζω
- βίαιη σύγκρουση
- ρημάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wreck " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wreck"
Φράσεις παρόμοιες με "wreck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψυχικό ράκος
-
Ραλφ: Η Επόμενη Πίστα (2012)
-
ισοπέδωση · κατεδάφιση
-
εγκαταλελειμμένο όχημα
-
λοστός
-
ψυχικό ράκος
-
σιδηροδρομικό δυστύχημα
-
καταστρέφω