Μετάφραση του "wren" σε Ελληνικά

Οι τρωγλοδύτης, τρυποφράχτης, τρυποκάρυδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wren" σε Ελληνικά.

wren noun γραμματική

Members of a mainly New World passerine bird family Troglodytidae. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρωγλοδύτης

    noun masculine

    bird of family Troglodytidae [..]

    For the poor wren, the most diminutive of birds, will fight her young ones in the nest, against the owl.

    Ο τρωγλοδύτης πολεμά την κουκουβάγια... να προστατεύσει τα μικρά του.

  • τρυποφράχτης

    noun masculine

    bird of family Troglodytidae [..]

    A house wren was observed feeding “500 spiders and caterpillars to its young during one summer afternoon”

    Παρατηρήθηκε ότι κάποιος τρυποφράχτης τάισε «το μικρό του 500 αράχνες και κάμπιες μέσα σε ένα καλοκαιρινό απόγευμα»

  • τρυποκάρυδο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wren noun proper γραμματική

Sir Christopher Wren, English architect [..]

+ Προσθήκη

"Wren" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wren στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "wren"

Φράσεις παρόμοιες με "wren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τρυποκάρυδο · τρυποφράχτης · τρωγλοδύτης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη