Μετάφραση του "writ" σε Ελληνικά

Οι ένταλμα, A written order, issued by a court, ordering someone to do (or stop doing) something ... δικαστική εντολή, ένταλμα, γραφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "writ" σε Ελληνικά.

writ noun verb γραμματική

(law) A written order, issued by a court, ordering someone to do (or stop doing) something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένταλμα

    noun

    The writ only affects my claim on my Hampshire properties.

    Tο ένταλμα επηρεάζει τις αξιώσεις μου στα περουσιακά μου στοιχεία στο Hampshire.

  • A written order, issued by a court, ordering someone to do (or stop doing) something ... δικαστική εντολή, ένταλμα

  • γραφή

    noun feminine

    She would have our Temple reduced to ashes... and destroy the holy writ of wisdom!

    Αυτή θα έκανε τον Ναό μας στάχτη... και να καταστρέψει την Αγία Γραφή της σοφίας!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " writ " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "writ" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αγία Γραφή · Βίβλος · Γραφές · Γραφή · ευαγγέλιο · ιερό κείμενο
  • Αυτογραφία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "writ" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη