Μετάφραση του "written" σε Ελληνικά
Οι γραπτός, γραμμένος, έγγραφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "written" σε Ελληνικά.
Of, relating or characteristic of writing (i.e., of that which has been written) [..]
-
γραπτός
adjective masculineof, relating or characteristic of writing
The requesting country shall submit a written request specifying the reasons for it to be heard orally.
Η αιτούσα χώρα υποβάλλει γραπτή αίτηση διευκρινίζοντας τους λόγους για την προφορική ακρόαση.
-
γραμμένος
adjective particle masculineof, relating or characteristic of writing
It was sealed, but there was a bank account number written on the outside.
Ήταν σφραγισμένος, αλλά υπήρχε αριθμός τραπεζικού λογαριασμού γραμμένος στο εξωτερικό του.
-
έγγραφος
adjective masculineof, relating or characteristic of writing
No written contract was drawn up during the creation of the three civil-law partnerships.
Για τη σύσταση των τριών εταιριών δεν τηρήθηκε έγγραφος τύπος.
-
γραμμένο
adjectiveI received a letter yesterday which was written in English.
Έλαβα ένα γράμμα χθες, το οποίο ήταν γραμμένο στα Αγγλικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " written " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "written" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γραπτή ερώτηση
-
ολογράφως
-
πού το βρήκες γραμμένο;
-
έγγραφη αναφορά
-
ήταν γραμμένο σε μια σειρά
-
κτ είναι γραμμένο στο κούτελο κάποιου
-
γραπτό σύμβολο · τυπωμένο σύμβολο
-
ζωγραφισμένος στο πρόσωπο [+Γεν.]