Μετάφραση του "yearly" σε Ελληνικά
Οι ετήσιος, ετησίως, χρονιάτικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yearly" σε Ελληνικά.
Happening once every year. [..]
-
ετήσιος
adjective masculineThe yearly number of projects to be presented to the bank is limited.
Ο ετήσιος αριθμός έργων που παρουσιάζονται στην Τράπεζα είναι περιορισμένος.
-
ετησίως
adverbThe calculation of I.3 consists of the evaluation of commercial blocks and of the total volume yearly excavated.
Ο υπολογισμός του I3 συνίσταται στην αξιολόγηση των εμπορεύσιμων τεμαχίων και του συνολικού όγκου που εξορύσσεται ετησίως.
-
χρονιάτικος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επετηρίδα
- (μια φορά) το χρόνο
- ετήσια
- κατ' έτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " yearly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Yearly" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Yearly στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "yearly"
Φράσεις παρόμοιες με "yearly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαμηνιαία