Μετάφραση του "yellow" σε Ελληνικά

Οι κίτρινος, κίτρινο, ώχρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yellow" σε Ελληνικά.

yellow adjective verb noun γραμματική

To become yellow or more yellow. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κίτρινος

    adjective masculine

    having yellow as its colour [..]

    The sand is yellow, and also the sun is yellow. The sand and the the sun are yellow.

    Η άμμος είναι κίτρινη, και ο ήλιος επίσης είναι κίτρινος. Η άμμος και ο ήλιος είναι κίτρινοι.

  • κίτρινο

    noun neuter

    colour [..]

    Thick yellow pus is running out of my ear.

    Παχύρευστο, κίτρινο πύον βγαίνει από τα αυτιά μου.

  • ώχρα

    noun feminine

    colour [..]

    Next, yellow earth was laid on top of the stones, and the floor was leveled.

    Στη συνέχεια, έβαζαν πάνω στις πέτρες κίτρινη ώχρα, και έκαναν επίπεδη την επιφάνεια του δαπέδου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δειλός
    • φοβητσιάρης
    • φοβιτσιάρης
    • Κίτρινο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " yellow " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Yellow

The second-longest river in China, after the Yangtze River with 5,464 kilometers (3,398 mi). Originating in the Bayankala Mountains in Qinghai Province in western China, it flows through nine provinces of China and empties into the Bohai Sea.

+ Προσθήκη

"Yellow" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Yellow στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "yellow"

Φράσεις παρόμοιες με "yellow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "yellow" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη