Μετάφραση του "zeugitae" σε Ελληνικά

Το ζευγίτης είναι η μετάφραση του "zeugitae" σε Ελληνικά.

zeugitae noun γραμματική

A class of citizens in ancient Athens having property or an estate above a certain value.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζευγίτης

    noun

    ιστορικός όρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " zeugitae " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "zeugitae" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη