Μετάφραση του "Asignar" σε Ελληνικά

Οι κατανέμω, ανάθεση, διανέμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Asignar" σε Ελληνικά.

asignar verb γραμματική

Apropiar para un propósito especial. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατανέμω

    verb

    Podemos observar que la parte asignada a las regiones francesas está disminuyendo continuamente.

    Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το μερίδιο που κατανέμεται στις γαλλικές περιφέρειες συρρικνώνεται διαρκώς.

  • ανάθεση

    Noun

    Esas cuatro personas fueron asignadas para ayudar a ese hombre que sufre de parálisis.

    Αυτοί οι τέσσερεις είχαν την ανάθεση να βοηθήσουν αυτόν τον άνδρα που υπέφερε από παράλυση.

  • διανέμω

    verb

    Una ventaja es que se puede asignar dinero de manera coherente.

    Ένα πλεονέκτημα αυτού είναι ότι μπορείς να διανέμεις τα χρήματα λογικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποδίδω
    • διορίζω
    • εκχωρώ
    • αντιστοίχιση
    • μεταβιβάζω
    • αναθέτω
    • βάζω
    • χάρτης
    • μοιράζω
    • αντιστοιχίζω
    • διαμοιράζω
    • απονέμω
    • νέμω
    • κάνω
    • εντοπίζω στο χάρτη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Asignar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Asignar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Asignar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη