Μετάφραση του "Avaro" σε Ελληνικά
Οι τσιγκούνης, αδηφάγος, άπληστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Avaro" σε Ελληνικά.
avaro
adjective
noun
masculine
γραμματική
Excesivamente deseoso de dinero, bienestar o posesiones. [..]
-
τσιγκούνης
adjective masculineMe he dado cuenta de que he sido un avaro toda mi vida.
Κατάλαβα ότι ήμουν τσιγκούνης σε όλη μου τη ζωή.
-
αδηφάγος
noun masculine -
άπληστος
adjective masculineMi hermano será avaro, pero también es demócrata.
Ο αδερφός μου μπορεί να'ναι άπληστος αλλά εξακολουθεί να'ναι δημοκράτης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σπαγκοραμμένος
- σφιχτοχέρης
- τσιγκούνα
- φιλάργυρος
- εξηνταβελόνης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Avaro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Avaro"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη