Μετάφραση του "Carisma" σε Ελληνικά
Οι χάρισμα, έλξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Carisma" σε Ελληνικά.
carisma
noun
masculine
γραμματική
Magnetismo o encanto personal.
-
χάρισμα
noun neuterY ahí yace la verdadera esencia de su carisma.
Και εδώ θα φανεί το πραγματικό του χάρισμα.
-
έλξη
noun feminineEl papel que interpreta la Srta.Daaé exige carisma y talento
" Ο ρόλος της δις Νταέ, απαιτεί γοητεία και έλξη. "
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Carisma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη