Μετάφραση του "Deficiente" σε Ελληνικά
Οι Λειψός, ανεπαρκής, ισχνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Deficiente" σε Ελληνικά.
Deficiente
-
Λειψός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Deficiente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
deficiente
adjective
masculine
γραμματική
Inapropiado para un propósito o fin particular.
-
ανεπαρκής
adjectiveEl deficiente suministro de servicios básicos frenó la competitividad y perjudicó particularmente a los pobres.
Η ανεπαρκής παροχή των βασικών υπηρεσιών αποτελούσε εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα και έβλαψε κυρίως τα φτωχότερα στρώματα.
-
ισχνός
adjective
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη