Μετάφραση του "Descendiente" σε Ελληνικά
Οι απόγονος, κατιόντες, τέκνον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Descendiente" σε Ελληνικά.
Persona que pertenece a la progenitura de otro, a cualquier distancia en el tiempo.
-
απόγονος
noun masculinedescendiente lineal o colateral
Puede no quedar clara la distinción entre los migrantes y los descendientes de éstos.
Εξ αιτίας αυτού, είναι δυνατή η έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τους όρους «μετανάστης» και «απόγονος μεταναστών».
-
κατιόντες
Noun masculine— ascendientes y descendientes en línea directa, en segundo grado
— δευτέρου βαθμού ανιόντες και κατιόντες, σε ευθεία γραμμή,
-
τέκνον
neuterEn Luxemburgo un Fondo nacional de solidaridad cumple este papel en favor de los cónyuges y descendientes.
Στο Λουξεμβούργο ένα «Εθνικό Ταμείο Αλληλεγγύης» εκπληρώνει αυτή την αποστολή για τους συζύγους και τα τέκνα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατιόντες συγγενείς
- βλαστός
- απογονικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Descendiente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate