Μετάφραση του "Encaje" σε Ελληνικά

Οι δαντέλα, Δαντέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Encaje" σε Ελληνικά.

encaje noun verb masculine γραμματική

Calado, con dibujos de tela fina, hecho en costura o utilizando bobinas.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δαντέλα

    noun feminine

    Lo único que le falta son adornos de encaje y una pamela.

    Το μόνο που του λείπει, είναι δαντέλα και ένα ψάθινο καπέλο.

  • Δαντέλα

    tejido ornamental

    Era un vestido de encaje de color carne.

    Δαντέλα, στο χρώμα του δέρματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Encaje " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Encaje" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδέχομαι · δέχομαι · εγκιβωτίζω · εναποθέτω · εναποθηκεύω · εναρμονίζομαι · πασάρω · πειθαρχώ · ρίχνω · συγκεντρώνω · συμφωνώ · συναρμόζομαι · συνδυάζομαι · ταιριάζω · υφίσταμαι · φλομώνω
  • νεγκλιζέ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Encaje" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη