Μετάφραση του "Grasa" σε Ελληνικά
Οι λίπος, Λίπος, πάχυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Grasa" σε Ελληνικά.
termino racista como se les llama a los peruanos [..]
-
λίπος
noun neuterEster de glicerol más uno, dos o tres ácidos grasosos. [..]
Los primeros que se usaron en los fusiles nuevos iban engrasados con grasa de vaca y de cerdo.
Το πρώτο φυσίγγι που θα'βγαινε για τα νέα τουφέκια ήταν αλειμμένο με βοδινό και χοιρινό λίπος.
-
Λίπος
térmico genérico para una clase de lípidos
Los primeros que se usaron en los fusiles nuevos iban engrasados con grasa de vaca y de cerdo.
Το πρώτο φυσίγγι που θα'βγαινε για τα νέα τουφέκια ήταν αλειμμένο με βοδινό και χοιρινό λίπος.
-
πάχυνση
nounPalmípedas grasas en cebado forzado = 7.»
παχιά υμενόποδα σε πάχυνση = 7.»
-
λιπώδης ιστός
noun masculineGrasa o piel más grasa
Λιπώδης ιστός ή δέρμα συν λιπώδης ιστός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Grasa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Grasa"
Φράσεις παρόμοιες με "Grasa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λαδώνω
-
βιομηχανικό λίπος
-
ζωική λιπαρή ουσία
-
εδώδιμο λίπος
-
Λιπαρό οξύ · λιπαρό οξύ
-
λιποδιαχωριστής
-
λιπαρές ουσίες του γάλακτος
-
φόρος λιπαρών ουσιών