Μετάφραση του "Hilo" σε Ελληνικά

Οι Ύλλος, νήμα, κλωστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hilo" σε Ελληνικά.

Hilo

Hilo (mitología)

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ύλλος

    Hilo (mitología)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Hilo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

hilo noun verb masculine γραμματική

Filamento entrelazado de la fibra usado para coser. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νήμα

    noun neuter

    hebra larga y delgada de un material textil

    Una vez llena, se corta al tamaño deseado, después de haberla atado con hilo de algodón.

    Κατόπιν, το σαλάμι δένεται με βαμβακερό νήμα και κόβεται στο επιθυμητό μέγεθος.

  • κλωστή

    noun feminine

    Pero ahora me temo es tu vida la que pende de un hilo.

    Μπορεί νάταν έτσι, αλλά τώρα η δικιά σου ζωή κρέμεται από μια κλωστή.

  • σύρμα

    noun neuter

    Sierras de muro y de hilo transportables para obras. Seguridad.

    Μεταφερόμενα πριόνια τοίχων και συρμάτων για επιτόπιες εργασίες — Ασφάλεια

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπάγκος
    • σπείρωμα

Εικόνες με "Hilo"

Φράσεις παρόμοιες με "Hilo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Hilo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη