Μετάφραση του "MADRE" σε Ελληνικά

Οι μητέρα, μάνα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "MADRE" σε Ελληνικά.

madre noun feminine γραμματική

Una mujer que tiene uno o más niños.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητέρα

    noun feminine

    ser vivo de sexo femenino que ha tenido descendencia directa

    Tocad más alto, pues no deberíamos escuchar cómo las dos madres sus lágrimas derraman.

    Παίξτε πιο δυνατά, να μην ακουστούν οι δύο μητέρες που χύνουν δάκρυα.

  • μάνα

    noun feminine

    ¿Crees que Xena todavía querrá esa reunión madre-hija después de que encuentre tu cadáver desangrado, Tiíta Gabrielle?

    Νομίζεις οτι η Ζήνα θα θέλει να ξανασμίξουν μάνα και κόρη... όταν βρεί το πτώμα σου;

  • μαμά

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδελφή
    • μήτρα
    • αδερφή
    • καλόγρια
    • μοναχή
    • καλογριά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " MADRE " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "MADRE"

Φράσεις παρόμοιες με "MADRE" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "MADRE" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη