Μετάφραση του "MES" σε Ελληνικά

Οι μήνας, σεληνιακός μήνας, φεγγάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "MES" σε Ελληνικά.

mes noun masculine γραμματική

Período de tiempo de aproximadamente 30 días. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μήνας

    noun masculine

    Περίοδος διαίρεσης του έτους, βασισμένη ιστορικά στις φάσεις της Σελήνης. Το γρηγοριανό ημερολόγιο έχει δώδεκα μήνες.

    Enero es el primer mes del año.

    Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου.

  • σεληνιακός μήνας

    noun masculine

    Octavo mes lunar del calendario sagrado de los israelitas y segundo mes del calendario civil.

    Ο όγδοος σεληνιακός μήνας του θρησκευτικού ημερολογίου των Ισραηλιτών που αντιστοιχούσε με το δεύτερο μήνα του πολιτικού ημερολογίου.

  • φεγγάρι

    noun neuter

    Cuando se estableció el patriarcado, abolieron el 13avo mes-lunar para detener la matanza de reyes.

    Όταν κυριάρχησε η πατριαρχεία ακύρωσαν το 13ο φεγγάρι. Για να σταματήσουν τον σκοτωμό των βασιλέων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τριακονθήμερο
    • μην
    • μήνες
    • Μήνας
    • ημερολογιακός μήνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " MES " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "MES" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "MES" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη