Μετάφραση του "Papel" σε Ελληνικά

Οι χαρτί, ρόλος, χάρτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Papel" σε Ελληνικά.

papel noun masculine γραμματική

lsd [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρτί

    noun neuter

    Hoja de fibras de celulosa, formadas sobre una pantalla de alambre fino en una suspensión diluida en agua que se entrelazan juntas cuando se quita el agua y se seca la hoja.

    El papel es blanco, pero la nieve es aún más blanca.

    Το χαρτί είναι άσπρο, μα το χιόνι είναι ακόμα πιο άσπρο.

  • ρόλος

    noun masculine

    El papel del comercio internacional aumentará inevitablemente en el futuro.

    Ο ρόλος του διεθνούς εμπορίου θα ενισχυθεί αναπόφευκτα στο μέλλον.

  • χάρτης

    noun

    Los ciudadanos, en cambio, perderían toda esperanza si no se cumple con lo establecido sobre el papel.

    Οι πολίτες, ωστόσο, ανησυχούν όταν αυτά που δηλώνονται επί χάρτου δεν υλοποιούνται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χάρτινος
    • Χαρτί
    • έγγραφο
    • χάρτινη
    • χάρτινο
    • εφημερίδα
    • λειτούργημα
    • χαρακτήρας
    • τίτλος
    • ανακοίνωση
    • αξιόγραφο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Papel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Papel"

Φράσεις παρόμοιες με "Papel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Papel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη