Μετάφραση του "Permitir" σε Ελληνικά

Οι Αποδοχή, επιτρέπω, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Permitir" σε Ελληνικά.

Permitir
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποδοχή

    Y cambia todas las posiciones a permitir

    Και άλλαξε όλες τις ρυθμίσεις σε " Αποδοχή "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Permitir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

permitir verb γραμματική

Dar visto bueno a una acción específica.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτρέπω

    verb

    Queda prohibido utilizar conservantes distintos de los permitidos en la legislación comunitaria.

    Απαγορεύεται η χρήση άλλων συντηρητικών ουσιών από αυτές που επιτρέπει η κοινοτική νομοθεσία.

  • αφήνω

    verb

    Walter y yo debemos terminarlo, pero tú no me lo permites.

    Walter και εγώ πρέπει να το τελειώσω, αλλά δεν θα μας αφήσει.

  • παρέχω

    verb

    Es necesario prever un procedimiento de salvaguardia que permita cuestionar la conformidad de un artículo pirotécnico.

    Απαιτείται να θεσπιστεί διαδικασία διασφάλισης που θα παρέχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης της συμμόρφωσης είδους πυροτεχνίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίνω
    • δέχομαι
    • επιδέχομαι
    • παραχωρώ
    • εγκρίνω
    • υποστηρίζω
    • αναγνωρίζω
    • ενθαρρύνω
    • χορηγώ
    • παίρνω
    • σηκώνω
    • υπολογίζω

Φράσεις παρόμοιες με "Permitir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Permitir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη