Μετάφραση του "Saqueo" σε Ελληνικά
Οι Λάφυρο, πλιάτσικο, λεηλασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Saqueo" σε Ελληνικά.
-
Λάφυρο
robo masivo de bienes
No es saqueo si las cosas que encuentras ya son tuyas.
Δεν είναι λάφυρο, αν αυτό που βρίσκεις είναι ήδη δικό σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Saqueo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Apropiación violenta efectuada por soldados en un territorio luego de una victoria.
-
πλιάτσικο
noun neuterLamento decepcionarte, pero sólo son mis chicos saqueando el lugar.
Λυπάμαι που σε απογοητεύω, αλλά είναι τα αγόρια μου που κάνουν πλιάτσικο.
-
λεηλασία
noun feminineDurante miles de años, los pathanes han vivido dedicados al saqueo.
Για χιλιάδες χρόνια αυτοί οι Pathans έχουν ζήσει με τη λεηλασία.
-
λάφυρα
n-pSí, a saquear pero también a explorar nuevas tierras.
Αφενός για λάφυρα, αλλά και για να εξερευνήσω νέες χώρες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λεία
- λάφυρο
- λαφυραγώγηση
- διαγούμισμα
- κούρσεμα
Φράσεις παρόμοιες με "Saqueo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαγουμίζω · καταληστεύω · κουρσεύω · λαφυραγωγώ · λεηλατώ · πλιατσικολογώ