Μετάφραση του "Verde" σε Ελληνικά

Οι πράσινος, πράσινο, άγουρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verde" σε Ελληνικά.

verde adjective noun masculine γραμματική

persona mayor que trata de conquistar a niña mucho mas joven [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πράσινος

    adjective masculine

    Αυτό που έχει το πράσινο σαν χρώμα. Αυτό που έχει την απόχρωση του τμήματος του ορατού φάσματος που βρίσκεται μεταξύ κίτρινου και κυανού, που ένας παρατηρητής αντιλαμβάνεται σαν ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος περιλαμβάνεται περίπου ανάμεσα στα 490 και στα 570 νανόμετρα.

    La pared es blanca por fuera y verde por dentro.

    Ο τοίχος είναι άσπρος εξωτερικά και πράσινος εσωτερικά.

  • πράσινο

    noun neuter

    χρώμα ματιών [..]

    La pared es blanca por fuera y verde por dentro.

    Ο τοίχος είναι άσπρος εξωτερικά και πράσινος εσωτερικά.

  • άγουρος

    noun masculine

    La recolección comienza en noviembre (aceituna ligeramente verde) y termina en febrero

    Η συγκομιδή ξεκινά το Νοέμβριο (καρπός ελαφρώς άγουρος) και περατώνεται το Φεβρουάριο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βρωμερός
    • ανώριμος
    • άπειρος
    • άβγαλτος
    • άμαθος
    • αγίνωτος
    • αισχρός
    • Πράσινο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Verde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Verde"

Φράσεις παρόμοιες με "Verde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Verde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη