Μετάφραση του "abanderado" σε Ελληνικά
Οι σημαιοφόρος, μπαϊρακτάρης, στρατιώτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abanderado" σε Ελληνικά.
abanderado
verb
noun
masculine
γραμματική
-
σημαιοφόρος
nounY los abanderados de Renly se reunirán con él.
Όταν φτάσει, οι σημαιοφόροι του Ρένλυ θα τον ακολουθήσουν.
-
μπαϊρακτάρης
noun -
στρατιώτης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abanderado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "abanderado"
Φράσεις παρόμοιες με "abanderado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σημαιοφόρος
-
σημαιοφόρος
-
σημαιοφόρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη