Μετάφραση του "abastecimiento" σε Ελληνικά
Οι εφοδιασμός, ανεφοδιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abastecimiento" σε Ελληνικά.
abastecimiento
noun
masculine
γραμματική
Suministro, reserva, especialmente de víveres. [..]
-
εφοδιασμός
nounPor consiguiente, es conveniente mantener el abastecimiento de este producto específico que se utiliza únicamente para consumo local.
Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να διατηρηθεί ο εφοδιασμός με το ειδικό αυτό προϊόν, το οποίο χρησιμοποιείται μόνο για εντόπια κατανάλωση.
-
ανεφοδιασμός
NounMein Führer, abastecimiento por vía aérea para el ejército de Paulus es una cuestión de vida o muerte.
Φύρερ μου, ο εναέριος ανεφοδιασμός της Στρατιάς του Πάουλους, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abastecimiento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abastecimiento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αστική ύδρευση
-
ύδρευση αγροτικών περιοχών
-
ενεργειακός ανεφοδιασμός
-
διανομή νερού · παροχή νερού · πρόσληψη νερού · υδροδότηση · ύδρευση
-
ασφάλεια εφοδιασμού
-
ισοζύγιο εφοδιασμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη