Μετάφραση του "abdicar" σε Ελληνικά
Οι παραιτούμαι, εγκαταλείπω, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abdicar" σε Ελληνικά.
abdicar
verb
γραμματική
Renunciar o abandonar un trono, derecho, poder, reclamo, responsabilidad, o similar, de una manera formal.
-
παραιτούμαι
verbPensé que el hermano había abdicado para casarse con la mujer que amaba.
Ο αδελφός του παραιτήθηκε από βασιλιάς για να παντρευτεί αυτή που αγαπούσε.
-
εγκαταλείπω
verb -
αφήνω
verb -
αποποιούμαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abdicar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη