Μετάφραση του "abisal" σε Ελληνικά

Οι αβυσσαίος, αβυσσαλέος, απύθμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abisal" σε Ελληνικά.

abisal adjective masculine γραμματική

Muy profundo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβυσσαίος

    masculine

    1. που ζει αποκλειστικά σε μεγάλα βάθη (όπως τα ψάρια της αβύσσου) 2. που έχει σχέση με το τμήμα του ωκεανού που βρίσκεται σε βάθος μεταξύ 6.000 και 11.000 μέτρων, καθώς και με τους οργανισμούς που διαβιούν στο περιβάλλον αυτό]

    Es un pez abisal raramente visto por los humanos.

    Είναι ένα ψάρι αβυσσαίο που σπάνια βλέπουν οι άνθρωποι.

  • αβυσσαλέος

    adjective masculine
  • απύθμενος

    Adjective masculine
  • απειροβαθής

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abisal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abisal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abisal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη