Μετάφραση του "abnegado" σε Ελληνικά

Οι ανιδιοτελής, αφιλοκερδής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abnegado" σε Ελληνικά.

abnegado adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανιδιοτελής

    επίθετο αρσενικό (-ής, -ής, -ές)

    που δεν έχει ιδιοτέλεια και όφελος, που οι πράξεις του καθορίζονται από ευγενή κίνητρα και όχι από προσωπικό συμφέρον

    Nunca tuvo servidor tan abnegado. Jamás vaciló en la lucha, nunca abandonó el trabajo.

    Ποτέ δεν είχε έναν υπηρέτη τόσο ανιδιοτελή. Ποτέ δεν αμφιταλαντεύτηκε στον αγώνα, δεν παράτησε ποτέ τη δουλειά.

  • αφιλοκερδής

    επίθετο αρσενικό (-ής, -ής, -ές)

    που δεν επιδιώκει το κέρδος]

    Esto no se podía obtener sino con un trabajo abnegado y constante de buscar documentos muy importantes que todavía existen, pero que, por diversas circunstancias, han sido olvidados.

    Αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρά με αφιλοκερδή και συνεχή εργασία αναζήτησης πολύ σημαντικών εγγράφων που υπάρχουν ακόμα, αλλά που, λόγω διαφόρων συνθηκών, έχουν ξεχαστεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abnegado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abnegado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη