Μετάφραση του "abofetear" σε Ελληνικά

Οι χαστουκίζω, μπατσίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abofetear" σε Ελληνικά.

abofetear verb γραμματική

Golpear a alguien en la mejilla con la palma de la mano.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαστουκίζω

    verb

    En mi fantasía, siempre pensé que abofetearía a alguien daría un gran discurso y me largaría para siempre.

    Στη φαντασία μου, σκεφτόμουν να χαστουκίζω κάποιον να βγάζω ένα μεγάλο λόγο και να φεύγω για πάντα.

  • μπατσίζω

    ρήμα

    χτυπώ κπ. στο μάγουλο με την παλάμη· χαστουκίζω, δίνω μπάτσο

    No sé lo que le decía él, pero el caso es que ella se volvió y lo abofeteó.

    Δεν ξέρω τι της έλεγε, αλλά το θέμα είναι ότι αυτή γύρισε και τον χαστούκισε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abofetear " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "abofetear"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abofetear" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη