Μετάφραση του "abrir" σε Ελληνικά

Οι ανοίγω, ανοιχτός, αρχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abrir" σε Ελληνικά.

abrir verb noun masculine γραμματική

terminar una relación (sentimental) con alguien [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοίγω

    verb

    Hacer algo accesible o remover un obstáculo al acceso de algo.

    Tom abrió su maleta.

    O Τομ άνοιξε τη βαλίτσα του.

  • ανοιχτός

    adjective masculine

    Es, evidentemente, abierto para los blancos pero no para los negros.

    Είναι σίγουρα ανοιχτός στους λευκούς, αλλά όχι στους μαύρους.

  • αρχίζω

    verb

    Si surgieran cosas y se abriera una investigación sobre Joey.

    Αν τα πράγματα βγήκαν και έρευνα άρχισαν στις Τζόι, ξέρεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απλώνω
    • ξεδιπλώνω
    • αιθριάζω
    • τεντώνω
    • κηρύσσω έναρξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abrir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abrir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abrir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη