Μετάφραση του "acúfenos" σε Ελληνικά

Το εμβοές είναι η μετάφραση του "acúfenos" σε Ελληνικά.

acúfenos noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμβοές

    noun f-p

    Trastornos del oído y del laberinto Poco frecuentes: vértigo, acúfenos

    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Όχι συχνές: ίλιγγος, εμβοές

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acúfenos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acúfenos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acúfenos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη