Μετάφραση του "acarrear" σε Ελληνικά

Οι άγω, έχω ως αποτέλεσμα, επιφέρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acarrear" σε Ελληνικά.

acarrear verb γραμματική

En una sustracción, deducir (uno) de un dígito del minuendo y sumar diez al dígito siguiente. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγω

    verb
  • έχω ως αποτέλεσμα

    έκφραση

    γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι, επιφέρω

    Existen maneras de evitar confrontaciones que podrían acarrear consecuencias desagradables.

    Υπάρχουν τρόποι για να αποφύγετε αντιπαραθέσεις που θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα δυσάρεστες συνέπειες.

  • επιφέρω

    ρήμα

    προξενώ, προκαλώ κτ.

    Las infracciones de las normas aplicables deberían acarrear sanciones disuasorias.

    Οι παραβιάσεις των ισχυόντων κανόνων θα έπρεπε να επιφέρουν αποτρεπτικές κυρώσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κουβαλώ
    • μεταφέρω
    • προκαλώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acarrear " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acarrear" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη