Μετάφραση του "acceso" σε Ελληνικά

Οι πρόσβαση, είσοδος, προσπέλαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acceso" σε Ελληνικά.

acceso noun verb masculine γραμματική

Camino o medio para acercarse al lugar donde se entra.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσβαση

    noun feminine

    Las subestaciones y los puestos de seccionamiento estarán protegidos contra accesos no autorizados.

    Η άνευ αδείας πρόσβαση σε υποσταθμούς και σημεία διαχωρισμού είναι απαγορευμένη.

  • είσοδος

    noun feminine

    Normalmente esto significa que el acceso debe producirse en un período corto.

    Συνήθως, αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω είσοδος πρέπει να γίνει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

  • προσπέλαση

    noun feminine

    Los vestuarios deberán tener fácil acceso, una capacidad suficiente y estar equipados de asientos.

    Τα αποδυτήρια πρέπει να έχουν εύκολη προσπέλαση, επαρκή χώρο και να είναι εφοδιασμένα με καθίσματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρίση
    • προσχώρηση
    • παροξυσμός
    • προσπελαύνω
    • κατώφλι
    • ξέσπασμα
    • έκρηξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acceso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "acceso"

Φράσεις παρόμοιες με "acceso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acceso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη