Μετάφραση του "acento" σε Ελληνικά

Οι τόνος, τονισμός, προφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acento" σε Ελληνικά.

acento noun masculine γραμματική

Marca musical o símbolo que indica que una nota debe ser reproducida con mayor intensidad que otras. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόνος

    noun masculine

    En los dictados, siempre me dice dónde van los acentos.

    Είναι ορθογράφος, πάντα μου λέει πού μπαίνουν οι τόνοι.

  • τονισμός

    noun masculine

    El acento se pone en el esfuerzo común, pues sin un talante de comunidad no se logrará la tarea.

    O τονισμός βρίσκεται στο «από κοινού», διότι χωρίς κοινές προσπάθειες δε θα εκπληρωθεί το καθήκον.

  • προφορά

    noun feminine

    Entendí por su acento que era estadounidense.

    Από την προφορά κατάλαβα ότι αυτός είναι αμερικανός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έμφαση
    • βαρύτητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη