Μετάφραση του "acidez" σε Ελληνικά
Το οξύτητα είναι η μετάφραση του "acidez" σε Ελληνικά.
acidez
noun
feminine
γραμματική
Estado ácido, es decir, de ser capaz de transferir un ion de hidrógeno en solución.
-
οξύτητα
Estado ácido, es decir, de ser capaz de transferir un ion de hidrógeno en solución.
En la fase gustativa, el vino posee una acidez equilibrada, sin asperezas.
Στον ουρανίσκο, ο οίνος έχει ισορροπημένη οξύτητα, χωρίς τραχύτητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acidez " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acidez" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαθμός οξύτητας
-
ισχυρή οξύτητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη