Μετάφραση του "aclarado" σε Ελληνικά
Το ξέπλυμα είναι η μετάφραση του "aclarado" σε Ελληνικά.
aclarado
noun
verb
masculine
γραμματική
Retiro de capas delgadas de material superficial más o menos uniformemente de un área extensa de tierra con pendiente suave, debido a las continuas caídas de agua corriente que por allí desciende.
-
ξέπλυμα
neuterEl producto entero después de retirar las hojas y la tierra adherida mediante aclarado o cepillado
Ολόκληρο το προϊόν μετά την αφαίρεση των κορυφών και του προσκολλώμενου χώματος με ξέπλυμα ή βούρτσισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aclarado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "aclarado"
Φράσεις παρόμοιες με "aclarado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιθριάζω · ανοίγω · αποσαφηνίζω · διευκρινίζω · εξηγήσει · καθαρίζω · ξανοίγω · ξεπλένω
-
αδιευκρίνιστος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη