Μετάφραση του "aconsejable" σε Ελληνικά

Οι επιθυμητός, ενδεδειγμένος, σκόπιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aconsejable" σε Ελληνικά.

aconsejable adjective masculine γραμματική

deseable o sensato.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθυμητός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    αυτός που γίνεται αντικείμενο επιθυμίας, που ευχόμαστε να συμβεί

    Expuso la opinión de que una definición de los pueblos indígenas no era necesaria ni aconsejable.

    Εξέφρασε την άποψη ότι ένας ορισμός των αυτόχθονων πληθυσμών δεν ήταν ούτε απαραίτητος ούτε επιθυμητός.

  • ενδεδειγμένος

    που διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για κάποιο σκοπό ή να κάνει κάτι, κατάλληλος, που ενδείκνυται για κάτι

    Sería asimismo aconsejable hacer una distinción entre diversos tipos de garantías.

    Θα ήταν επίσης ενδεδειγμένο να γίνει διάκριση μεταξύ διαφόρων τύπων εγγυήσεων.

  • σκόπιμος

    επίθετο

    που γίνεται για να διευκολύνει κάποιον σκοπό, πρέπει, ενδείκνυται

    La Comisión juzgó aconsejable rectificar la situación anómala progresivamente durante un período razonable.

    Η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να διορθώσει σταδιακά την ανώμαλη κατάσταση σε εύλογο χρονικό διάστημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aconsejable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aconsejable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aconsejable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη