Μετάφραση του "acoplar" σε Ελληνικά
Οι συνδέω, ενώνω, αγκύρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acoplar" σε Ελληνικά.
acoplar
verb
γραμματική
Juntar dos objetos, ideas o personas.
-
συνδέω
verbinstrucciones y advertencias específicas sobre el uso de herramientas o máquinas acopladas a la toma de fuerza trasera.
οδηγίες και ειδικές προειδοποιήσεις για τη χρήση εργαλείων ή μηχανημάτων που συνδέονται στον οπίσθιο δυναμοδότη.
-
ενώνω
verb -
αγκύρωση
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ζεύω
- προσαρμόζω
- προσαρτώ
- ταιριάζω
- συναντώ
- δένω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acoplar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "acoplar"
Φράσεις παρόμοιες με "acoplar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσκευή με σύζευξη τροφοδοσίας
-
αγκυρωμένη γραμμή εργαλείων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη