Μετάφραση του "acorralar" σε Ελληνικά
Το στριμώχνω είναι η μετάφραση του "acorralar" σε Ελληνικά.
acorralar
verb
γραμματική
-
στριμώχνω
ρήμα1 συμπιέζω, περιορίζω κπ. ή κτ. (ή έναν αριθμό προσώπων ή πραγμάτων) σε σχετικά μικρό χώρο 2. φέρνω κπ. σε πολύ δύσκολη θέση ή σε αδιέξοδο
Le acorraló en una calle sin salida
Τον στρίμωξε σε ένα αδιέξοδο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acorralar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acorralar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ράμπο ΙΙ: Η Αποστολή
-
Ράμπο: Το Πρώτο Αίμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη